ἀολλής

ἀολλής, -ες
Grammatical information: adj.
Meaning: `all together, in throngs' (Il.).
Dialectal forms: Aeolis (below).
Origin: IE [Indo-European] [1138] *uel- `press together'
Etymology: ἀολλής prob. from *ἀ-Ϝολνής, Aeol. for *ἀ-Ϝαλνής; s. ἁ̄λής.
Page in Frisk: 1,117

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αολλής — ἀολλής, ές (Α) (πάντοτε στον πληθ.) 1. (για πλήθος ανθρώπων) όλοι μαζί, αθρόοι 2. (για αντικείμενα) όλα μαζί 3. (για δύο μόνο) και οι δύο μαζί επίρρ. ἀολλήδην ομαδικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < *α FỊνής > *a Fολνής > αολλής. Αιολικός τ. αντί ιων. αλής… …   Dictionary of Greek

  • ἀολλής — all together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλῆ — ἀολλής all together neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀολλής all together masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀολλής all together masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλεῖ — ἀολλής all together masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀολλής all together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλεῖς — ἀολλής all together masc/fem acc pl ἀολλής all together masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλέα — ἀολλής all together neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀολλής all together masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλές — ἀολλής all together masc/fem voc sg ἀολλής all together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλέας — ἀολλής all together masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλέες — ἀολλής all together masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀολλέσιν — ἀολλής all together masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλής — ἁλής, ὲς (Α) συναθροισμένος, συγκεντρωμένος, αθρόος το ουδέτερο ἁλέα ως επίρρ. αθρόα, συγκεντρωτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιωνικός τύπος επιθέτου, συνώνυμος με το αττ. ἁθρόος*. Μορφολογικά το επίθ. είναι συγγενές με το αιολ. ἀολλής «συναθροισμένος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.